Τοπική αναισθησία πρέπει να χορηγείται σε κάθε περίπτωση οδοντιατρικής πράξης κατά την οποία θα υπάρξει πόνος.

Ακόμη και για επιφανειακές κοιλότητες η χρησιμοποίηση και μόνο του απομονωτήρα κατευθύνει στη χορήγηση τοπικής αναισθησίας. Σε αντίθετη περίπτωση θα υπάρξει ενόχληση ή και πόνος από τα ούλα. Από την ηλικία των 12 ετών και μετά και όταν υπάρχει πολύ υψηλός βαθμός συνεργασίας του παιδιού με τον οδοντίατρο τα παιδιά είναι ικανά να αναλάβουν και την ευθύνη για την απόφαση της τέλεσης ή όχι της τοπικής αναισθησίας, ενώ για παιδιά μικρότερα από την ηλικία αυτή την ευθύνη έχει ο οδοντίατρος.

Για το θέμα μάλιστα αυτό, δηλαδή για το σε ποιες περιπτώσεις είναι αναγκαία η τοπική αναισθησία πριν την οδοντιατρική θεραπεία, έχουν αναπτυχθεί διάφορες απόψεις συχνά αντίθετες μεταξύ τους. Μερικά παιδιά φοβούνται την βελόνη ενώ άλλα τον τροχό. Λογικά, η προπαρασκευή δοντιού χωρίς αναλγησία σε ένα παιδί που φοβάται τον τροχό θα λειτουργήσει αρνητικά αυξάνοντας τον φόβο και την ανησυχία του, ενώ η προσεκτική εφαρμογή τοπικής αναισθησίας θα βοηθήσει στην απευαισθητοποίηση του και στην ανάπτυξη μιας σχέσης εμπιστοσύνης ανάμεσα σ' αυτό και τον οδοντίατρο. Αντίθετα, σε ένα παιδί που έχει φοβία για την βελόνη, θα μπορούσε κανείς να προτείνει για τις πρώτες συνεδρίες απλές αποκαταστατικές εργασίες χωρίς τοπική αναισθησία.

Αν όμως κατά τη διάρκεια αυτών το παιδί αισθανθεί πόνο θα δημιουργηθούν περαιτέρω αρνητικά συναισθήματα. Για το λόγο αυτό ορισμένοι κλινικοί προτείνουν να δίνεται η δυνατότητα ελέγχου στο παιδί να σταματήσει τη διαδικασία και να ζητήσει την τοπική αναισθησία. Αντίθετα άλλοι είναι υπέρμαχοι της τοπικής αναισθησίας σε όλες τις περιπτώσεις, στις οποίες υπάρχει έστω και η παραμικρή υποψία πως θα μπορούσε να ενοχληθεί το παιδί. Σε κάθε περίπτωση πάντως σημαντική σημασία στο θέμα αυτό έχει η ψυχολογική κατάσταση του παιδιού και η εξασφάλιση υψηλού βαθμού συνεργασίας με τον οδοντίατρο πριν την έναρξη της οδοντικής θεραπείας.

Εργασία των Ram και Peretz (2001) πάντως έδειξε πως ακόμη και στις περιπτώσεις που τα παιδιά αντιδρούσαν με κλάμα ή μορφασμούς πόνου κατά τη διάρκεια της τοπικής αναισθησίας, στην πλειοψηφία τους αξιολογούσαν ως θετική την εμπειρία, ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης σχέσης εμπιστοσύνης με τον οδοντίατρο.

Ψυχολογική προσέγγιση του παιδιού πριν και κατά τη διάρκεια της τοπικής αναισθησίας

Πολλοί ερευνητές έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα πως τα κύρια αίτια του οδοντιατρικού φόβου είναι οι πρώιμες επώδυνες ή αρνητικές οδοντιατρικές εμπειρίες. Αυτές μπορεί να είναι είτε ο πόνος κατά τη διάρκεια της θεραπείας, είτε μία μη επιθυμητή συμπεριφορά του οδοντιάτρου, είτε άλλα δυσάρεστα περιστατικά στο οδοντιατρείο. Η ανώδυνη οδοντιατρική θεραπεία επιτυγχάνεται με τον συνδυασμό των μεθόδων ελέγχου του φόβου και του άγχους και την τοπική αναισθησία.

Η επίτευξη μιας όσο το δυνατόν πιο ευχάριστης οδοντιατρικής εμπειρίας θα συντελέσει στην διαμόρφωση μιας θετικής στάσης απέναντι τόσο στην πρόληψη των νόσων του στόματος όσο και στην αναζήτηση θεραπείας όταν αυτή είναι απαραίτητη. Επίσης, η όσο το δυνατόν πιο ανώδυνη τοπική αναισθησία παίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της συνεργασίας του παιδιού με τον οδοντίατρο και στη γενικότερη αντιμετώπιση της οδοντιατρικής θεραπείας από αυτό. Από τεχνικής άποψης η ανώδυνη τοπική αναισθησία είναι εφικτή, εξαρτάται όμως από ορισμένους παράγοντες όπως είναι η σωστή εκτίμηση του βαθμού ωριμότητας του παιδιού, η ψυχολογική προετοιμασία του παιδιού και η σωστή εφαρμογή της τοπικής αναισθησίας.

Ο κλινικός πρέπει να προσέξει ιδιαίτερα κάποια σημεία της διαδικασίας όπως, η χρήση της σωστής βελόνης, η αργή έγχυση του αναισθητικού διαλύματος και ο περιορισμός του αριθμού των εμπάρσεων της βελόνης.

Συγγραφείς: Δαυϊδοπούλου Σ, Γιάντσιου Β, Αραποστάθης Κ, Νταμπαράκης N.

ΠΗΓΗ:implantnetwordpress.com

 

 

{fcomment}

 

 

 

Scroll to top